Κτισμένο σε στρατηγική και περίοπτη θέση στο δυτικότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου, στην κορυφή του λόφου Χελωνάτα, το κάστρο Χλεμούτσι δεσπόζει στον κάμπο της Ηλείας εποπτεύοντας παράλληλα το Ιόνιο πέλαγος μέχρι τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας. Η θέση αυτή εξασφάλιζε την προστασία της περιοχής, που αποτέλεσε το κέντρο του φραγκικού Πριγκιπάτου της Αχαΐας, και κυρίως της πρωτεύουσάς του Ανδραβίδας και του κοντινού λιμανιού της Γλαρέντζας. Οι Φράγκοι ιδρυτές του το ονόμασαν Clermont ή Clairmont, οι Έλληνες Χλουμούτζι και αργότερα Χλεμούτσι, πιθανόν κατά παραφθορά του γαλλικού ονόματος, ενώ οι Βενετοί Castel Tornese, επειδή θεώρησαν λανθασμένα ότι εδώ βρισκόταν το φράγκικο νομισματοκοπείο των τορνεσίων (deniers tournois) της Γλαρέντζας.
Στην περιοχή του Αγίου Θωμά έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα οικισμού των πρωτογεωμετρικών χρόνων, της ελληνιστικής πόλης Αλίκυρνας και ρωμαϊκού λουτρικού συγκροτήματος. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, παρότι η περιοχή φαίνεται να είχε εν μέρει ερημώσει, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, λειτούργησαν οργανωμένες θέρμες, πιθανόν συνδεδεμένες με τη Via Romana που ένωνε τη Νικόπολη με την Πάτρα. Το συγκρότημα, που χρονολογείται στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., καταστράφηκε από σεισμό το 551 μ.Χ. και αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως χριστιανικό νεκροταφείο. Περιλάμβανε τρία βασικά δωμάτια: το frigidarium (κρύο λουτρό), το tepidarium με κυλινδρικούς λουτήρες και το caldarium για θερμά λουτρά. Το νερό αποθηκευόταν σε δεξαμενές και θερμαινόταν στο praefurnium, ενώ υπήρχαν και βοηθητικοί χώροι, όπως αποδυτήριο και αίθουσα εφίδρωσης.
Στο πλάτωμα της κορυφής του υψώματος αποκαλύπτεται ο πυρήνας της αρχαίας πόλης. Στο επιφανέστερο σημείο του σώζονται τα εντυπωσιακά λείψανα του ύστερου αρχαϊκού ναού, πιθανότατα αφιερωμένου στη θεά Αθηνά. Στο εσωτερικό του βρέθηκε άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου. Ο ναός έφερε εντυπωσιακό γλυπτό διάκοσμο, με παράσταση Γιγαντομαχίας στο δυτικό αέτωμα, τμήματα του οποίου εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγίου. Τη στέγη του ναού διακοσμούσαν πήλινα γλυπτά.
Η ιστορία του φρουρίου ξεκινά το 1499, όταν ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β’, μετά την κατάκτηση της Ναυπάκτου από τους Οθωμανούς, αποφάσισε να οχυρώσει το στενό θαλάσσιο πέρασμα από το Ιόνιο στον Κορινθιακό κόλπο με την ανέγερση των φρουρίων του Ρίου και του Αντιρρίου, κατά το πρότυπο των δύο φρουρίων που κατασκεύασε ο Μωάμεθ ο Κατακτητής στον Βόσπορο πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και στα Δαρδανέλλια μετά την άλωση. Βασικός στόχος ήταν η προστασία της Ναυπάκτου και του στενού θαλάσσιου περάσματος με την παρεμπόδιση της διέλευσης εχθρικών πλοίων εν μέσω διασταυρούμενων πυρών. Γι’ αυτό, τα δύο φρούρια, γνωστά από τις πηγές και ως Μικρά Δαρδανέλλια ή Δαρδανέλλια της Ναυπάκτου, κατασκευάστηκαν μικρά σε έκταση και χωρίς πολλές εγκαταστάσεις στο εσωτερικό τους.
Ο αρχαιολογικός χώρος της Ρεντίνας, περίπου 70 χλμ. βορειοανατολικά της Θεσσαλονίκης, αποτελεί έναν βυζαντινό οχυρωμένο οικισμό, γνωστό τοπικά ως Πυργούδια. Βρίσκεται σε στρατηγική θέση, στην είσοδο των «Μακεδονικών Τεμπών», ελέγχοντας το μοναδικό πέρασμα από τη Μακεδονία προς τη Θράκη. Η περιοχή, με διαχρονική κατοίκηση από την προϊστορία, εντασσόταν σε οργανωμένο αμυντικό δίκτυο που προστάτευε την ευρύτερη ζώνη και λειτουργούσε ως προκάλυψη της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, επόπτευε την Εγνατία οδό, βασικό άξονα επικοινωνίας ήδη από την αρχαιότητα. Η κλεισούρα της Ρεντίνας, ανάμεσα στα βουνά Κερδύλλιο και Στρατωνικό, διαρρέεται από τον Ρήχιο ποταμό και διακρίνεται για το φυσικό της κάλλος, που παραμένει αναλλοίωτο από την εποχή του ιστορικού Προκοπίου.
Η Πλευρώνα, πόλη της Αιτωλίας γνωστή στον Όμηρο ως πόλη των Κουρητών, αποτέλεσε σημαντικό τοπόσημο για τους αποίκους του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. προς την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία. Μνημονεύεται στον Νηών Κατάλογο και συνδέεται με το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Η αρχική της θέση εντοπίζεται στους λόφους Γυφτόκαστρο και Πετροβούνι. Περί το 230 π.Χ. καταστράφηκε από τον Δημήτριο Β΄ και επανιδρύθηκε βορειότερα. Η ελληνιστική πόλη υπήρξε οργανωμένο αστικό κέντρο με αγορά, δημόσια κτήρια, οικίες, λουτρά και σύστημα ύδρευσης. Τα ισχυρά τείχη της, μήκους περίπου 2.360 μ., με πύργους και πύλες, διατηρούνται σε μεγάλο ύψος. Το θέατρο του τέλους του 3ου αιώνα π.Χ. εφάπτεται στο τείχος, ενώ σημαντική είναι και η μεγάλη λαξευτή δεξαμενή νερού. Η Πλευρώνα εγκαταλείφθηκε μετά τη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ., όταν οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στη Νικόπολη.
Ο περίκεντρος ναός διέθετε εντυπωσιακό ορθογώνιο αίθριο, με το οποίο επικοινωνούσε μέσω τριών θυρών. Το δάπεδό του ήταν στρωμένο με λευκές μαρμάρινες πλάκες, ενώ οι περιμετρικές στοές κοσμούνταν με μαρμαροθετήματα και μαρμάρινες επενδύσεις. Στο κέντρο της αυλής υπήρχε δεξαμενή συλλογής βρόχινου νερού, ενώ στους γύρω χώρους στεγάζονταν βοηθητικές λειτουργίες του συγκροτήματος.
Το μικρό διώροφο φρούριο έχει κάτοψη σε σχήμα σταυρού, σπάνια στην οχυρωματική αρχιτεκτονική του ελλαδικού χώρου. Οι κεραίες του σταυρού έχουν προσανατολισμό προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στον άξονα βορρά-νότου απολήγουν σε εξαγωνικούς προμαχώνες. Στην ανατολική κεραία ανοίγεται η μοναδική είσοδος στο φρούριο, η οποία διαθέτει επιμελημένο λαξευτό πλαίσιο. Πάνω από την πύλη διατηρείται πλάκα που είχε πιθανώς επιγραφή, σήμερα χαμένη, ανάμεσα σε δύο ανάγλυφες ημισέληνους. Το ισόγειο χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος, είχε βοηθητικές χρήσεις και δεν διέθετε άλλα ανοίγματα εκτός από τις τυφεκιοθυρίδες. Στον όροφο, που διέθετε παράθυρα για καλύτερο φωτισμό, τζάκια για τη θέρμανση και τυφεκιοθυρίδες για την άμυνα, διέμενε η φρουρά. Η κίνηση των στρατιωτών και η μεταφορά οπλισμού και εφοδίων από το ισόγειο στον όροφο και στις πλατείες των προμαχώνων γινόταν από κεκλιμένα επίπεδα/ράμπες. Σύμφωνα με απεικόνιση του 1896, το φρούριο, με εξαίρεση τους προμαχώνες, καλυπτόταν με ξύλινη στέγη.
Το φρούριο Πέντε Πηγάδια είναι κτισμένο σε βραχώδες ύψωμα, στο μέσο περίπου της ορεινής διαδρομής που συνέδεε τα αστικά κέντρα της Άρτας και των Ιωαννίνων. Σήμερα δεσπόζει πάνω από τον σύγχρονο αυτοκινητόδρομο της Ιόνιας οδού. Η τοποθεσία στο ορεινό αυτό πέρασμα προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων αποτελούσε σταθμό της παλαιάς ημιονικής διαδρομής. Διέθετε άφθονο νερό, τα πέντε πηγάδια από τα οποία προέρχεται η ονομασία της θέσης, και χάνι, δηλαδή σταθμό ανεφοδιασμού και ανάπαυσης των ταξιδιωτών.
Ο περίκεντρος ναός (ροτόντα) στην παλαιοχριστιανική ακρόπολη της αρχαίας Αμφίπολης ξεχωρίζει για το κυκλικό του σχήμα, ασυνήθιστο για τα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Μακεδονίας. Τα πλούσια μαρμάρινα μέλη και η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του δείχνουν πως επρόκειτο για ένα σημαντικό χριστιανικό μνημείο. Ναοί αυτού του τύπου συνδέονταν συχνά με ειδικές χρήσεις, όπως βαπτιστήρια, μαυσωλεία ή μαρτύρια - χώρους αφιερωμένους στη μνήμη μαρτύρων. Η Αμφίπολη, ως πόλη που επισκέφθηκε ο Παύλος, εξελίχθηκε σε σημαντικό χριστιανικό κέντρο ήδη από τους πρώτους αιώνες της νέας θρησκείας. Ωστόσο, παραμένει άγνωστο ποιο πρόσωπο ή ποια λατρεία συνδεόταν ακριβώς με αυτό το μνημείο.
Πάνω στην προεξοχή του βόρειου μόλου, με θέα σε όλο το λιμάνι των Κεγχρεών, βρίσκεται ένα οκτάγωνο κτίριο, ασυνήθιστο σχήμα για την εποχή, που συνδέεται συνήθως με μαρτύρια ή ιερούς χώρους. Χτίστηκε τον 5ο αιώνα και χρησιμοποιήθηκε έως τα μέσα του 6ου. Το δάπεδό του ήταν ψηφιδωτό, ενώ οι τοίχοι ήταν επενδυμένοι με μάρμαρο. Δίπλα στους τοίχους εντοπίστηκαν μνημειακές ταφές, που δείχνουν ότι ο χώρος είχε ιδιαίτερη σημασία· οι νεκροί θάβονταν εδώ, κοντά στο κτίριο, δίπλα στη θάλασσα.
Η μυκηναϊκή εγκατάσταση του Γλα, σε απόκρημνη νησίδα στον βορειοανατολικό μυχό της Κωπαΐδας, ιδρύθηκε τον 13ο αιώνα π.Χ., παράλληλα με τα μεγάλα έργα αποστράγγισης της λίμνης, ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά επιτεύγματα της προϊστορίας. Αποτελεί τη μεγαλύτερη γνωστή μυκηναϊκή ακρόπολη, με έκταση περίπου 200.000 τ.μ., και ερμηνεύεται ως οχυρό και κέντρο οργάνωσης των έργων, αλλά και συγκέντρωσης και επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων. Το κυκλώπειο τείχος της αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της. Η στρατηγική της θέση, η ισχυρή οχύρωση και ο ιδιαίτερος σχεδιασμός των κτηρίων στο εσωτερικό, μοναδικός στη μυκηναϊκή αρχιτεκτονική, υποδηλώνουν τον σημαντικό της ρόλο στο πολιτικό και οικονομικό δίκτυο της βόρειας Βοιωτίας.
Η μεταβυζαντινή μονή του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη συνδέθηκε με το μέλος του Αρείου Πάγου, δηλαδή του ανώτατου δικαστηρίου της πόλης, που σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων ήταν μεταξύ των λίγων Αθηναίων που πείστηκαν από το κήρυγμα του Παύλου . Αργότερα έγινε ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών. Στο όνομά του αποδόθηκε επίσης ένα σώμα θεολογικών κειμένων που κυκλοφόρησε από τα τέλη του 5ου αιώνα μ.Χ.· αν και η αυθεντικότητά τους αμφισβητείται σήμερα, επηρέασαν βαθιά τη χριστιανική σκέψη της Ανατολής και της Δύσης.
Ο Λόγγος είναι η Κάτω πόλη της αρχαίας Έδεσσας, χτισμένη στην πεδινή περιοχή κάτω από τον βράχο της σημερινής πόλης. Εδώ η Έδεσσα αναπτύχθηκε ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους ως οργανωμένο αστικό κέντρο, με οχύρωση, δρόμους, κατοικίες και δημόσια κτήρια. Η θέση της ήταν κομβική, καθώς από την περιοχή περνούσε η Εγνατία οδός, ενισχύοντας την κίνηση ανθρώπων, προϊόντων και ιδεών. Κατά τους ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους ο Λόγγος γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει εκτεταμένα οικιστικά κατάλοιπα, επιγραφές, λουτρικά συγκροτήματα και παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Από τα τέλη του 6ου και τις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ., η Κάτω πόλη άρχισε να εγκαταλείπεται και η κατοίκηση περιορίστηκε στην οχυρωμένη Άνω πόλη, τα βυζαντινά Βοδενά.
Η Μονή Παναγίας Μαυριώτισσας, στις όχθες της λίμνης κοντά στην Καστοριά, ιδρύθηκε πιθανότατα μεταξύ 11ου και μέσων 12ου αιώνα και συνδέεται με τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, μετά την εκδίωξη των Νορμανδών το 1083. Σήμερα σώζονται το καθολικό, το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, το ηγουμενείο, κελιά, καμπαναριό και ξενώνας. Το καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι μονόχωρος ξυλόστεγος ναός με μεταγενέστερη λιτή και διατηρεί τοιχογραφίες κυρίως των αρχών του 13ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι εξωτερικές τοιχογραφίες, με τη Ρίζα του Ιεσσαί και μορφές αυτοκρατόρων, που συνδέονται με την πολιτική προβολή του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Το 1552 προστέθηκε το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη, διακοσμημένο από τον ζωγράφο Ευστάθιο Ιακώβου.
Ο θολωτός τάφος του Τιθρωνίου αποτελεί το πρώτο και μοναδικό, έως τώρα, δείγμα αυτού του είδους μνημειακής ταφικής αρχιτεκτονικής, της μυκηναϊκής εποχής στη Φθιώτιδα. Έχει διάμετρο θόλου 8,4μ., αλλά δεν φαίνεται να διέθετε δρόμο. Ο τάφος χρονολογείται στην ανακτορική περίοδο (14ος-13ος αιώνας π.Χ.) και βρέθηκε συλημένος. Ανάμεσα στα λίγα ευρήματα που εντοπίστηκαν είναι χάντρες από χρυσό και υαλόμαζα, χαύλιοι από κράνη, δύο σφραγιδόλιθοι και χρυσός σφηκωτήρας. Ο τάφος επαναχρησιμοποιήθηκε στους ρωμαϊκούς χρόνους και ειδικότερα από τον 1ο αι. π.Χ. μέχρι και τον 3ο αι. μ.Χ. Η ύπαρξη του θολωτού τάφου στην περιοχή αυτή, σε συνδυασμό με τις ολοένα και αυξανόμενες ανασκαμμένες θέσεις της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, καταδεικνύουν την ύπαρξη ισχυρών τοπικών ελίτ, αλλά και την εξάπλωση του μυκηναϊκού πολιτισμού και σε αυτό το τμήμα της κεντρικής Ελλάδας.
Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος, γνωστός ως τάφος του Μινύα, από το όνομα του μυθικού βασιλιά του Ορχομενού, είναι ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα μνημεία του είδους του, εφάμιλλο του Θησαυρού του Ατρέα στις Μυκήνες. Η μνημειακότητα της κατασκευής, όπως αντικατοπτρίζεται στην επιμελημένη ισόδομη τοιχοποιία του δρόμου, στο μονολιθικό υπέρθυρο του στομίου μήκους 6μ., στη διακόσμηση με χάλκινους ρόδακες που έφερε η είσοδος και ο ταφικός θάλαμος και, φυσικά, η μοναδική ανάγλυφη διακόσμηση της οροφής του πλευρικού δωματίου δεν αφήνουν αμφιβολίες για τον ηγεμονικό χαρακτήρα του Ορχομενού. Το μνημείο ήταν ορατό και φημισμένογια πολλούς αιώνες μετά την αρχική του χρήση και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκεως τόπος λατρείας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, οπότε και χρονολογείται τομαρμάρινο βάθρο που βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του ταφικού θαλάμου.